Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Ο αθεράπευτος κληριδισμός του ΑΚΕΛ


Δυστυχώς δεν έχουν έλεος, τα ανδρείκελα του ΑΚΕΛ, τα πνευματικά αποπαίδια του κληριδισμού. Έχουν πια ταυτιστεί ιδεολογικά με το παλιό ΑΔΗΣΟΚ και παίρνουν γραμμή από την περιθωριακή φυτοζωούσα εβδομαδιαία εφημερίδα ΓΝΩΜΗ.

Πιστεύω ότι βγάζουν τα μεγάλα απωθημένα τους, γιατί το 2004, όταν βρέθηκαν όσο κοντά όσο ποτέ στο να ανέλθουν στην ίδια πλατφόρμα με τον ιδεολογικό τους πατέρα Γλ. Κληρίδη, την Πλατφόρμα του ΝΑΙ, τελικά δεν το κατάφεραν.

Οι αθεράπευτοι συνεχιστές του κληριδισμού-ντενκτασισμού, απομεινάρια άλλων εποχών της Νοτίου Αφρικής, νοσταλγοί της χιτλερικής γκετοποίησης, προσπαθούν να επιβάλουν στο λαό τις ρατσιστικές και διαχωριστικές τους απόψεις και να εγκλωβίσουν το ελληνοκυπριακό στοιχείο του νησιού στα νέα Άουσβιτς του Αττίλα.

Σαν νέοι γκεμπελίσκοι, προπαγανδίζουν νυχθημερόν, τις φασιστικές τους αντιλήψεις, τόσο μέσω του διαδικτύου, όσο και μέσω των περιθωριακών και ακραίων εντύπων Ρεύμα-Halkin Sesi-Πολίτης-Yeni Duzen-Χαραυγή, με ναυαρχίδα των εκδόσεών τους την αποτυχημένη εφημερίδα "ΓΝΩΜΗ" του Κόκκινου Ιαβέρη και των άλλων ακραίων ταχυδακτυλουργών του νενεκισμού και της διζωνικής του Κίσιτζερ-Κληρίδη-Ντενκτάς.

Δεν είναι μάλιστα τυχαίο το κόμπλεξ τους απέναντι στο ιστορικό μας κόμμα, που με το Γιατρό μπροστάρη, υπήρξε το μεγάλο ανάχωμα στη λαίλαπα του μεταπραξικοπηματικού κληριδισμού και του υφέρποντος ΔΗΣΑΚΕΛισμού.

Η συμπόρευση ΑΚΕΛ-ΦΑΣΙΚΚ λέει πιστεύω πολλά.

1 σχόλιο:

  1. Η ενημέρωση του Κυπριακού λάου για το τι εστί ομοσπονδία, μέσω της προσφάτως διανεμηθείσας, ακαδημαϊκής πλην στοχευόμενης, κατά την ταπεινή μου γνώμη, έκδοσης, συνεισφέρει αφενός στην πολιτική επιμόρφωση του Κύπριου, εγείρει αφετέρου μια σειρά από εύλογα ερωτήματα και πυροδοτεί έναν έντονο προβληματισμό γύρω από μια ενδεχόμενη και μεθοδευμένη στρέβλωση της λαϊκής θεώρησης αναφορικά με την επιδιωκόμενη λύση στο Κυπριακό.
    Κατ’ αρχήν, πολύ ορθά το συγκεκριμένο έντυπο επιχειρεί να οριοθετήσει ένα διαχωρισμό μεταξύ των εννοιών «ομοσπονδία» και «συνομοσπονδία», αναφέροντας μεταξύ άλλων ως κόκκινες γραμμές της ομοσπονδίας την ενιαία εθνική οντότητα και ιθαγένεια, την κοινή εξωτερική πολιτική καθώς επίσης και κοινή οικονομία και κοινά δημοσιονομικά. Την ίδια στιγμή όμως το έντυπο εγείρει ένα ερωτηματικό ως προς την έλλειψη μονολιθικότητας στις ερμηνείες που είναι δυνατόν να δοθούν σε κάποιες από αυτές τις έννοιες μέσω του ευρύτερου δόγματος της εποικοδομητικής ασάφειας.
    Για παράδειγμα, με μια πρώτη ανάγνωση του εν λόγω κειμένου, εύκολα μπορεί να καταλήξει κάποιος στο ότι το σχέδιο Ανάν λόγου χάριν, το οποίο προνοούσε δυο κεντρικές τράπεζες και δυο νομίσματα, πόρρω απέχει από το δόγμα της ομοσπονδίας˙ ωστόσο μέσω κάποιων άλλων (δεύτερων ή τρίτων) αναγνώσεων, τις οποίες και ακούσαμε πολλάκις κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2004, είδαμε το εν λόγω σχέδιο να εξαγνίζεται και να εμφανίζεται ως μια καθαρά ομοσπονδιακή προσέγγιση.
    Ένα δεύτερο ερωτηματικό το οποίο ηγέρθη κάνοντας τη δική μου ανάγνωση στο προαναφερθέν κείμενο, είναι το κατά πόσο η πολιτική υπόσταση μιας ενδεχόμενης λύσης (ομοσπονδία, συνομοσπονδία, ενιαίο κράτος) είναι από μόνη της αρκετή να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης της από το λαό. To πιο πάνω ερώτημα ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την αναφορά που κάνει το κείμενο στις ατομικές ελευθερίες και σε άλλα, παρόμοιας υφής φλέγοντα ζητήματα, τονίζοντας το πόσο ευέλικτη και πόσο ποικιλόχρωμη μπορεί να είναι μια ομοσπονδία σε σχέση με αντιστοίχως νευραλγικά ζητήματα.
    Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω μπορεί να αναρωτηθεί κανείς κατά πόσον η ορθότητα και η επάρκεια μιας ενδεχόμενης λύσης μπορεί να κριθεί αποκλειστικά με βάση την ετικέτα του πολιτεύματός της και παράλληλα να αγνοεί κάποιες επιμέρους βασικές πρόνοιες οι οποίες είναι ικανές να προδιαγράψουν, για να μην πω να δυναμιτίσουν τη βιωσιμότητα και τη λειτουργικότητά της.
    Εν κατακλείδι, είναι πλέον ορατό ότι κάποιοι θα επιδιώξουν για άλλη μια φόρα να εξαντλήσουν την ουσία της αξιολόγησης μιας ενδεχόμενης λύσης, αφενός στο να μας πείσουν στο κατά πόσον θα πρόκειται για ομοσπονδία ή όχι και αφετέρου στο να μας ωθήσουν για άλλη μια φόρα να υιοθετήσουμε αχαλίνωτη κινδυνολογία και να θεωρήσουμε τη μη αποδοχή μιας απαράδεκτης λύσης ως άλλο ένα τέρμα του δρόμου.
    Όλα αυτά πιθανόν να εντάσσονται σε μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να υποβαθμιστεί, για να μην πω να «στιγματιστεί» ως απορριπτική, η θεώρηση και η αξιολόγηση νευραλγικών και καταλυτικών πτυχών μιας ενδεχόμενης λύσης, όπως η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, ο σεβασμός των θεμελιωδών ατομικών ελευθεριών και προπάντων η απαλλαγή του κυπριακού λαού από μορφώματα και ετεροχρονισμένες στρατηγικές μεθοδεύσεις, όπως είναι για παράδειγμα οι εγγυήσεις και τα επεμβατικά δικαιώματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή